Επιστροφή σε Dictionary

factory (n)

εργοστάσιο

παραδείγματα:

  • I work in a factory. Δουλεύω σε ένα εργοστάσιο.
  • Charlie and the chocolate factory.  Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar