Επιστροφή σε Dictionary

fag (v, n)

μία αρκετά ιδιόμορφη λέξη με πολλά διαφορετικά νοήματα που θέλει προσοχή στη χρήση:

smoking fags: a very bad habit. Don’t even touch it!

– στα Βρετανο-Αυστραλιανά Αγγλικά:

τσιγάρο, μία δουλειά συχνά βαρετή και συχνά σκληρή, αυτό που λέμε αγγαρεία

εδώ θα την βρούμε και σαν ρήμα με παρόμοια έννοια: κάνω μία σκληρή και βαρετή δουλειά, μια αγγαρεία,

– στα Αμερικάνικα Αγγλικά:

πρόκειται για συντόμευση της λέξης faggot, και προσοχή γιατί είναι slang

πούστης, αδερφή 

ακριβώς όπως και στην Ελληνική μετάφρασή της είναι μία “κακιά” λέξη που δεν θα είναι καλύτερα να μη χρησιμοποιείται.

Στα Αμερικανικά Αγγλικά οι χρήση της λέξης με το Βρετανικό νόημα είναι πολύ σπάνα και μάλλον τείνει να εκλείψει.

Παραδείγματα:

  • I smoked my first fag at the age of 15. Κάπνισα το πρώτο μου τσιγάρο στα 15 μου.
  • The street was littered with fag butts. Ο δρόμος ήταν γεμάτος με γόπες (αποτσίγαρα).

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar