Επιστροφή σε Dictionary

feed (v, n)

τρέφω, τροφοδοτώ, τροφοδοσία

 

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων