Επιστροφή σε Dictionary

fight (v, n)

μάχομαι, αγωνίζομαι, παλεύω, μάχη, πάλη

 

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar