↑ Επιστροφή σε Dictionary

fit (v, n, adj)

ταιριάζω, χωράω, είμαι σε καλή φυσική κατάσταση

Σαν ουσιαστικό και επίθετο έχει την ίδια βασική έννοια:

ταιριαστός, σε καλή φυσική κατάσταση, κατάλληλος

Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: fitted

Παραδείγματα:

This jacket fits like a glove αυτό το σακάκι σου πάει “γάντι”/σου ταιριάζει τέλεια

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar