Επιστροφή σε Dictionary

flee (v)

φεύγω, διαφεύγω, το σκάω, εγκαταλείπω

Παραδείγματα:

  • Einstein fled Nazi Germany in 1933 Ο Άϊνστάϊν διέφυγε απ’την ναζιστική Γερμανία το 1933
  • When the police arrived the criminals had already fled the crime scene Όταν η Αστυνομία έφτασε οι κακοποιοί είχουν ήδη διαφύγει από τον τόπο του εγκλήματος
  • Fleeing the scene of an accident is also called a ‘hit and run’ and can be severely punished. Η εγκατάλειψη το τόπου ενός δυστυχήματος ονομάζεται επίσης ‘hit and run’ και μπορεί να τιμωρηθεί πολύ αυστηρά.
  • Millions of Syrians have fled their homes since 2011 Εκατομμύρια Σύριοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους από το 2011 (και μετά)
  • The prisoner attempted to flee but the guards stopped him Ο φυλακισμένος προσπάθησε να διαφύγει αλλά οι φύλακες τον σταμάτησαν
  • I walked by a jewelry store and had the sudden impulse to shoot up the window, take out the finest rings and bracelets, and run to give them to Lee Ann. Then we could flee to Nevada together. Jack Kerouac – On the Road Περνούσα μπροστά από ένα μαγαζί με κοσμήματα και μου ήθρε η ξαφνική επιθυμία να πυροβολήσω τη βιτρίνα, να πάρω τα καλύτερα δαχτυλίδια και μπρασελέ και να τρέξω να τα προσφέρω στην Λί Άν. Μετά θα μπορούσαμε να το σκάσουμε στην Νεβάδα μαζί.
  • With this sin of disobedience in him, Jonah still further flouts at God, by seeking to flee from Him. Herman Melville – Moby Dick; or The Whale Μ’αυτήν την αμαρτία της ανυπακοής μέσα του, ο Τζόνα συνεχίζει να αψηφά τον Θεό, ψάχνοντας να τον εγκαταλείψει

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων