Επιστροφή σε Dictionary

forbid (v)

απαγορεύω

God forbid! ή Heaven forbid! εκφράσεις που χρησιμοποιεί κανείς όταν θέλει να δείξει ότι δεν θά’θελε να συμβεί κάτι

Παραδείγματα:

  • My wife has forbidden me to smoke inside the house η γυναίκα μου μου έχει απαγορεύσει να καπνίζω μέσα στο σπίτι
  • It is forbidden to play the trumpet after 10 o’clock at night. Απαγορεύεται να παίζω τρομπέτα μετά τις 10 το βράδυ.
  • Women are no longer forbidden from driving in Saudi Arabia Δεν απαγορεύεται πλέον να οδηγούν οι γυναίκες στη Σ. Αραβία
  • The prospect of the bad weather was forbidding. We decided not to sail. Η προοπτική του κακού καιρού ήταν απαγορευτική. Αποφασίσαμε να μην αποπλεύσουμε.
  • You are not going to drink tonight, are you? No, God vorbid! (Ελπίζω) δεν θα πιείς απόψε, ε? Όχι, με τίποτα!
  • I love to sail forbidden seas, and land on barbarous coasts. Herman Melville – Moby Dick; or The Whale Λατρεύω να πλέω σε απαγορευμένες θάλασσες και να φτάνω σε βάρβαρες παραλίες.

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων