Επιστροφή σε Dictionary

forgive (v)

συγχωρώ

forgiveness (n): συγχώρεση

Παραδείγματα:

  • I forgave but never forgot Συγχώρεσα αλλά δεν ξέχασα ποτέ
  • Father, forgive them, for they do not know what they are doing. Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον
    Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι.
  • Please forgive my carelessness Παρακαλώ συγχωρέστε την απροσεξία μου
  • she has never forgiven him for that incident δεν τον συγχώρεσε ποτέ μετά από εκείνο το επεισόδιο
  • I want forgiveness but I know I’ll never get it Ζητώ συγχώρεση αλλά ξέρω ότι δεν θα την λάβω
  • Forgive my curiosity but what is that … Συγχωρέστε την περιέργειά μου αλλά τι είναι αυτό …
  • … it’s all over now, I hope, and it will be magnanimous in you if you’ll forgive me for having knocked you about so. Charles Dickens – Great Expectations … τέλειωσε τώρα ελπίζω, και θα ήταν μεγαλόψυχο από μέρους σου εάν με συγχωρήσεις που σε χτύπησα έτσι.

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων