Επιστροφή σε Dictionary

fuzzy (adj)

χνουδωτός, -ή, -ό, θολός, όχι ακριβής ή/και ξεκάθαρος

Παραδείγματα:

  • We humans, use a fuzzy logic εμείς οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε μία σχετικά θολή λογική
  • this picture is a little fuzzy. It’s out of focus. αυτή η φωτογραφία είναι λίγο θολή. Δεν είναι σωστά εστιασμένη.
  • Peaches have a fuzzy skin οι γερμάδες έχουν χνουδωτή επιδερμίδα (φλούδα)
  • this teddy bear is so cute and has a soft fuzzy skin αυτό το αρκουδάκι είναι τόσο χαριτωμένο κι έχει απαλή και χνουδωτή προβιά (δέρμα)

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar