Επιστροφή σε Dictionary

girl (n)

κορίτσι

Παραδείγματα:

  • who’s that girl?: ποιό είναι αυτό το κορίτσι?
  • she’s my girl: είναι το δικό μου κορίτσι (όπως και στα Ελληνικά μπορεί να αναφέρεται στην κόρη κάποιου ή στον δεσμό κάποιου)
  • she is a very pretty girl: είναι πολύ όμορφο κορίτσι

 

 

 

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar