Επιστροφή σε Dictionary

give (v, n)

Ένα από τα πιο συχνά ρήματα με βασική του έννοια το

δίνω, δίδω

αλλά που περιστασιακά θα το μεταφράσετε και σαν

αποδίδω, παρέχω, παραχωρώ

Σαν ουσιαστικό σημαίνει τζόγος, δηλ. η ικανότητα/δυνατότητα να μετακινούμαι λίγο, να υποχωρώ, λ.χ. για μία επιφάνεια που υπό πίεση δεν θ’ αντέξει αλλά θα υποχωρήσει. Πάντως πολύ σπάνια χρησιμοποιείται σαν ουσιαστικό.

give up: παραδίδω, παραδίνομαι, παραιτούμαι και σταματάω π.χ. το κάπνισμα.

give in: υποχωρώ, ενδίδω λ.χ. σε μία πίεση, αλλά επίσης παραδίδω

give away: δίνω κάτι δωρεάν (σαν δώρο)

forgive: συγχωρώ.

Όπως και όλα τα ρήματα παραμένουν ανώμαλα ανεξάρτητα από το πρόθεμα που μπορεί να πάρουν: give up, gave up, given up και forgive, forgave, forgiven.

Παραδείγματα:

 

Is this hinge supposed to have a slight give? Πρέπει αυτός ο μεντεσές να έχει λίγο τζόγο?

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar