↑ Επιστροφή σε Dictionary

go (v, n, adj)

πηγαίνω, φεύγω, έτοιμος

ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar