Επιστροφή σε Dictionary

go (v, n, adj)

πηγαίνω, φεύγω, έτοιμος

ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες

Παραδείγματα:

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων