Επιστροφή σε Dictionary

hang (v, n)

κρεμάω, απαγχονίζω, κρέμασμα

get the hang of something: συνηθίζω σε κάτι ή καταλαβαίνω πως λειτουργεί.

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar