↑ Επιστροφή σε Dictionary

have (v, n)

έχω, παίρνω

Βοηθητικό ρήμα που χρησιμοποιείται πάρα πολύ με όλα τ’ άλλα ρήματα για να σχηματίσουν τους perfect χρόνους τους. Δεν κλίνεται εκτός από το τρίτο ενικό του ενεστώτα όπου γίνεται has: he has, she has, it has.

Θα το συναντήσετε σαν ουσιαστικό μόνο με την παρακάτω ιδιωματική χρήση:

… the haves and the have not … αυτοί που “τά ‘χουν” κι αυτοί που “δεν τά ‘χουν”, δηλ. οι ευκατάστατοι και οι οι “κακομοίρηδες”.

Δείτε εδώ πως κλίνεται στους βασικούς του χρόνους.

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar