Επιστροφή σε Dictionary

hit (v, n)

χτυπάω, φτάνω, πετυχαίνω, χτύπημα, επίτευγμα, επιτυχία

Παραδείγματα:

  • they hit them hard τους χτύπησαν σκληρά
  • it became a big hit έγινε μεγάλη επιτυχία
  • the economy has been particularly hard hit η οικονομία χτυπήθηκε πάρα πολύ (δηλ. είναι σε άσχημη κατάσταση)
  • hit the lights άνοιξε (κλείσε) τα φώτα, (φυσικά είναι informal)
  • hit the road Jack πάρε δρόμο Τζακ, δηλ. φύγε, δίνε του (από το ομώνυμο τραγούδι του Ρέϋ Τσάρλς)

 

 

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar