Επιστροφή σε Dictionary

hold (v, n)

κρατώ, συγκρατώ, σταθεροποιώ, κράτημα

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar