Επιστροφή σε Dictionary

homesick (adj)

κάποιος που έχει πεθυμήσει την πατρίδα του ή το σπίτι του

Παραδείγματα:

children get homesick easier than adults τα παιδιά πεθυμούν το σπίτι τους ευκολότερα απ’ ότι οι ενήλικες

you’ve only been two months in the army and you already feel homesick είσαι μόνο δύο μήνες στο στρατό και έχεις κιόλας πεθυμήσει το σπίτι σου

homesickness can cause depression and sadness το να πεθυμάς το σπίτι σου (ή την πατρίδα σου) μπορεί να προκαλέσει κατάθλιψη και θλίψη

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar