Επιστροφή σε Dictionary

homework (n)

εργασία για το σπίτι

Παραδείγματα:

  • Why aren’t you doing your homework? Γιατί δεν κάνεις τα μαθήματά σου;
  • I have no homework for tomorrow. Δεν έχω μαθήματα για αύριο.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar