Επιστροφή σε Dictionary

hurt (v, n, adj)

πληγώνω, τραυματίζω

ισχύει και για σωματικά αλλά και για ψυχικά τραύματα

Σαν ουσιαστικό και επίθετο έχει την ίδια βασική έννοια: πληγή, τραύμα

Παραδείγματα:

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων