Επιστροφή σε Dictionary

keep (v, n)

κρατώ, διατηρώ, συνεχίζω, φυλάω, διακράτηση, παρακράτηση

Παραδείγματα:

  • I keep having this dream of driving a Ferrari in Monaco. Βλέπω συνέχεια/συχνά αυτό το όνειρα ότι οδηγάω μία Φερράρι στο Μονακό.

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων