↑ Επιστροφή σε Dictionary

keep (v, n)

κρατώ, διατηρώ, συνεχίζω, φυλάω, διακράτηση, παρακράτηση

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar