Επιστροφή σε Dictionary

lead (v, n, adj)

οδηγώ, καθοδηγώ, οδηγός, αρχηγός, προβάδισμα, πρώτος, αρχικός

Παραδείγματα:

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων