↑ Επιστροφή σε Dictionary

lead (v, n, adj)

οδηγώ, καθοδηγώ, οδηγός, αρχηγός, προβάδισμα, πρώτος, αρχικός

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar