Επιστροφή σε Dictionary

leap (v, n)

κάνω ένα άλμα, πηδάω (ξεπερνώντας ένα εμπόδιο ή καλύπτοντας μία απόσταση)

Έχει την ίδια βασική έννοια όταν είναι ουσιαστικό: άλμα

Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: leaped

leapfrogging: το να κάνεις άλματα τεχνολογικά, οικονομικά ή άλλα, ουσιαστικά ξεπερνώντας όλα τα ενδιάμεσα στάδια

Παραδείγματα:

leap
The wheel: a major leap forward
  • A frog can leap up to 20 times its length. Ο βάτραχος μπορεί να πηδήξει έως και 20 φορές το μήκος του.
  • Radical innovations often lead to leapfrogging. Σημαντικοί (ριζοσπαστικοί) νωτερισμοί συχνά οδηγούν σε leapfrogging.
  • She leapt out of the car and … Πήδηξε έξω απ’το αυτοκίνητο και …
  • When the clock struck 5:00 he leapt out of bed. Όταν το ρολόϊ χτύπησε 5, πήδηξε απ’το κρεβάτι.
  • The use of the wheel for transportation purposes was a major leap forward. Η χρήση του τροχού για μεταφορές ήταν ένα σημαντικό άλμα προς τα εμπρός.
  • Since 1980 the Chinese economy leapt manyfold: from 2% to almost 20% of the World GDP. Από το 1980 η Κινεζική οικονομία έκανε πολλαπλά άλματα: από το 2% σε σχεδόν 20% του Παγκόσμιου Ακαθαρίστου Προϊόντος.
  • The result of the cost cutting was a giant leap in profits. Το αποτέλεσμα της περικοπής κόστους ήταν ένα γιγάντιο άλμα στα κέρδη.
  • They leapt from the flaming ship. Πήδηξαν από το φλεγόμενο πλοίο.
  • A cry of pain broke from the lad’s lips, and he leaped to his feet, tearing his hands away from Lord Henry’s grasp. Oscar Wilde – The Picture of Dorian Gray (ελεύθερη μετάφραση) Μία κραυγή πόνου βγήκε από τα χείλια του και τινάχτηκε όρθιος απελευθερώνοντας τα χέρια του από τη λαβή του Λόρδου Χένρυ.
  • People were leaping up and down in their places and shouting … George Orwell – 1984 Άνθρωποι πήδαγαν πάνω – κάτω από τις θέσεις του και φώναζαν

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων