Επιστροφή σε Dictionary

lend (v)

δανείζω, προσφέρω

Παραδείγματα:

  • I lent him money three weeks ago. He promised to give it back. Του δάνεισα χρήματα πριν από τρεις βδομάδες. Υποσχέθηκε να μου τα δώσει πίσω.
  • She lent me her book and I lost it. Μου δάνεισε το βιβλίο της κι εγώ το έχασα.
  • He said: can I borrow your car? And I said: I never lend my car to anybody. Είπε: μπορώ να δανειστώ τ’αμάξι σου? Κι εγώ είπα: δεν το δανείζω ποτέ σε κανέναν.
  • Will you please lend me a hand? (μεταφορά) θα μπορούσες σε παρακαλώ να με βοηθήσεις (να μου δώσεις ένα χεράκι)?
  • lend an ear (μεταφορά) να πρσέξεις (ν’ακούσεις) κάτι
  • … I will pay you out of the first wages I get, for my food and the clothes you lend me. Alexandre Dumas – The Count of Monte Cristo … θα σε ξεπληρώσω με τον πρώτο μου μισθό μόλις τον πάρω για την τροφή και τα ρούχα που μου δάνεισες
  • … but you must lend us the money, for we have just spent ours at the shop out there … Jane Austen – Pride and Prejudice … αλλά πρέπει να μας δανείσεις χρήματα γιατί μόλις ξοδέψαμε τα δικά μας σ’εκείνο το μαγαζί …

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων