Επιστροφή σε Dictionary

let (v, n)

επιτρέπω να … , αφήνω να …

λ.χ. κάποιον να κάνει κάτι

νοικιάζω

Ουσιαστικό έχει μόνο η δεύτερη χρήση και έχει την ίδια βασική έννοια: ενοικίαση, περίοδος ή συμφωνία ενοικίασης.

 

Παραδείγματα:

  • Let’ go ας ξεκινήσουμε, πάμε
  • Let it snow ας χιονίσει (γνωστό Χριστουγεννιάτικο τραγουδάκι)
  • Let it be ας είναι/άσ’το να υπάρχει (γνωστό τραγούδι των Beatles)
  • Rooms to let δωμάτια για ένοικίαση
  • I’ll never let you down ποτέ δεν θα σ’απογοητεύσω/δεν θα σ’εγκαταλείψω/δεν θα σε προδώσω

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar