↑ Επιστροφή σε Dictionary

lie (v, n)

κείτομαι, είμαι ξαπλωμένος

Θέλει προσοχή γιατί ο αόριστός του (lay) είναι ίδιος με τον ενεστώτα του σχεδόν ταυτόσημου σε έννοια lay.

Πάντως πολλές φορές θα το μεταφράσουμε: βρίσκεται, είναι

Υπάρχει επίσης και σαν to lie, lie (noun): λέω ψέμα, ψέμα (ουσιαστικό)

αλλά σ’αυτή την περίπτωση είναι ομαλό: lie, lied, lied

Παραδείγματα:

  • On the settee lay a cheap, imitation leather suit-case …  Στον καναπέ ήταν μία φτηνή βαλίτσα από δερματίνη …
  • The newspaper lies on the table in the kitchen. Η εφημερίδα είναι στο τραπέζι στην κουζίνα.
  • Tell me lies, tell me sweet little lies. Πες μου ψέματα, γλυκά ψεματάκια. Γνωστό τραγούδι των Fleetwood Mac.
  • You lied when you said you loved me. Είπες ψέματα όταν είπες ότι μ’αγαπάς.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar