Επιστροφή σε Dictionary

light (v, n, adj)

φωτίζω, φωτεινός, ελαφρύς

ουσιαστικό κι επίθετο με παρόμοιες έννοιες

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar