Επιστροφή σε Dictionary

lose (v), loss (n)

χάνωlose

 

Το αδελφάκι ουσιαστικό loss σημαίνει: απώλεια, ζημιά, χασούρα

Παραδείγματα:

  • He lost a fortune in Las Vegas. Έχασε μια ολόκληρη περιουσία στο Λας Βέγκας.
  • He was losing money but he kept gambling. Έχανε λεφτά αλλά συνέχιζε να παίζει.
  • I lost my job last year. I am still looking for a new one. Έχασα τη δουλειά μου πέρυσι. Ακόμα ψάχνω για μία καινούργια δουλειά.
  • After Christmas I always need to lose some weight. Μετά τα Χριστούγεννα πάντα χρειάζεται να χάσω λίγο βάρος.
  • Don’t lose faith. Keep trying! Μη χάνεις την πίστη σου. Συνέχισε να προσπαθείς.
  • Have you lost your appetite? Eat something! Έχασες την όρεξή σου? Φάε κάτι!
  • Lost in translation. Απώλειες κατά τη μετάφραση. Τίτλος ενδιαφέρουσας ταινίας με τους Μπιλ Μέρεϋ και τη Σκάρλετ Τζόχανσον. Θα μπορούσαμε να δώσουμε κι άλλες ερμηνείες στον τίτλο, π.χ. χαμένοι στη μετάφραση, κ.α..
  • We’ve lost a lot of time. We must hurry up now. Χάσαμε πολύ χρόνο. Πρέπει να βιαστούμε τώρα.
  • This lawyer has never lost a case. Αυτός ο δικηγόρος δεν έχει χάσει ποτέ κάποια υπόθεση.
  • Don’t lose hope. Things will change. Μην χάνεις την ελπίδα σου. Τα πράγματα θ’αλλάξουν.
  • I’ve lost my keys. Have you seen them? Έχασα τα κλειδιά μου. Τα έχεις δει?
  • The Police chased him but he managed to lose them. Η αστυνομία τον κυνήγησε αλλά αυτός κατάφερε να τους ξεφύγει.
  • His wife died last year. After his loss he stopped talking to anyone. Πέρυσι πέθανε η γυναίκα του. Μετά από αυτή την απώλεια, δεν μιλάει πια σε κανέναν.
  • The fiscal year ended with heavy losses. Το οικονομικό έτος τέλειωσε με βαριές απώλειες.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar