Επιστροφή σε Dictionary

majestic (adj)

θαυμάσιος, θαυμαστός, μαγευτικός

Παραδείγματα:

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων