Επιστροφή σε Dictionary

majestic (adj)

θαυμάσιος, θαυμαστός, μαγευτικός

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar