Επιστροφή σε Dictionary

make (v, n)

makeκάνω, φτιάχνω, καθιστώ, είδος, μάρκα (π.χ. αυτ/του)

Παραδείγματα:

  • This suit is tailor made. Αυτό το κουστούμι είναι φτιαγμένο από ράφτη (ακριβώς στα μέτρα σου).
  • This new business plan makes no sense. Αυτό το νέο επιχειρηματικό σχέδιο δεν έχει λογική.
  • We can all make a mistake. Όλοι μπορούμε να κάνουμε λάθος.
  • Make your bed and then come downstairs for breakfast. Φτιάξε το κρεβάτι σου και κατέβα να φάμε (τα υπνοδωμάτια είναι στον πάνω όροφο).
  • I can’t make-up my mind about this. Δεν μπορώ ν’αποφασίσω γι’αυτό.
  • He makes more than 2000 euros per month. Βγάζει περισσότερα από 2000 ευρώ το μήνα.
  • I will try to make it clear to you, … Θα προσπαθήσω να στο κάνω ξεκάθαρο, …
  • Every month I struggle to make ends meet. Κάθε μήνα αγωνίζομαι να τα βγάλω πέρα (οικονομικά).
  • I will try to make it up to you. Θα προσπαθήσω να επανορθώσω.
  • Make love, not war. Κάντε έρωτα, όχι πόλεμο. (Περίφημο σλόγκαν των 50s).
  • What do you make of this report. Τι συμπέρασμα βγάζεις απ’ αυτή την αναφορά / είδηση.
  • This was a secret. It was not supposed to be made public. Αυτό ήταν μυστικό. Δεν έπρεπε να δημοσιευτεί.
  • Stop making so much noise. Σταμάτα να κάνεις τόσο θόρυβο.
  • They broke up a week ago, but they made it up again yesterday. Τα χάλασαν πριν από μία εβδομάδα, αλλά χτες τα ξανάφτιαξαν.

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar