Επιστροφή σε Dictionary

meet (v, n)

συναντώ, γνωρίζω, συνάντηση

Παραδείγματα:

Meeting somebody
  • Have you ever met John? Έχεις γνωρίσει (γνωρίζεις) τον Γιάννη?
  • Let’s arrange for a meeting later today. Ας κανονίσουμε μία συνάντηση για αργότερα σήμερα.
  • We’ve never met before. Δεν έχουμε γνωριστεί.
  • Very nice to meet you. Χαίρομαι που σας γνώρισα.
  • I met Helen yesterday on the street. Συνάντησα την Ελένη χτες στο δρόμο.
  • I try hard every day to make ends meet. (Ιδιωματισμός) Αγωνίζομαι σκληρά κάθε μέρα να τα καταφέρω (οικονομικά).
  • In this case there is a lot more than meets the eye. Σ’αυτήν την υπόθεση κρύβονται περισσότερα απ’όσα φαίνονται με την πρώτη ματιά.
  • We’ll definitely meet the requirements of the new law. Σίγουρα θα ικανοποιήσουμε τις απαιτήσεις του νέου νόμου.
  • The Main river meets the Rhine near the city of Mainz. Ο ποταμός Μάϊν συναντά τον ποταμό Ρήνο κοντά στην πόλη του Μάϊντζ.
  • The Indian ocean meets the Pacific south of Tasmania Ο Ινδικός ωκεανός συναντά τον Ειρηνικό νότια της Τασμανίας
  • I know that I shall meet my fate somewhere among the clouds above; Those that I fight I do not hate, those that I guard I do not love; … W.B. Yeats – An Irish Airman Foresees His Death Ξέρω ότι τη μοίρα μου κάποια στιγμή ψηλά στα σύννεφα θα συναντήσω. Αυτούς που πολεμάω ποτέ δεν θα μισήσω κι αυτούς που υπερασπίζομαι ποτέ δεν θ’αγαπήσω … (ελεύθ. μετάφραση)

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων