↑ Επιστροφή σε Dictionary

municipal (adj)

δημοτικός, κοινοτικός, που ανήκει ή έχει να κάνει με το δήμο ή την κοινότητα

Παραδείγματα:

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar