Επιστροφή σε Dictionary

municipal (adj)

δημοτικός, κοινοτικός, που ανήκει ή έχει να κάνει με το δήμο ή την κοινότητα

Παραδείγματα:

 

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων