Επιστροφή σε Dictionary

pay (v, n, adj)

πληρώνω, πληρωμή, επί πληρωμή

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων