Επιστροφή σε Dictionary

pound (n, v)

χτυπάω, σφυροκοπώ (επαναλαμβανόμενα)

Παραδείγματα:

  • pound the meat to make it thinner: χτυπήστε το κρέας για να το κάνετε λεπτότερο
  • our artillery has been pounding enemy positions all day long: το πυροβολικό μας σφυροκοπάει εχθρικές θέσεις όλη μέρα

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar