↑ Επιστροφή σε Dictionary

provide (v)

προμηθεύω, παρέχω, δίνω, προβλέπω την παροχή

και ακόμα κάνω τις ενέργειες εκείνες που θα μου επιτρέψουν ή εξασφαλίσουν την παροχή (κάποιου πράγματος) στο μέλλον.
Είναι ένα από τα όχι και τόσα πολλά ρήματα χωρίς έννοια ουσιαστικού ή και επιθέτου.

Το ουσιαστικό του είναι το provision.

Eίναι ομαλό στους χρόνους του: provide, provided, provided.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar