↑ Επιστροφή σε Dictionary

push (v)

σπρώχνω, ωθώ, πιέζω, σπρώξιμο, ώθηση

Ομαλό ρήμα: push, pushed, pushed, pushing

Κάντε το επίθετο προσθέτοντας -y στο τέλος: pushy, πιεστικός, δηλ. κάποιος που ενοχλεί τους άλλους.

Παραδείγματα:

  • The manager was pushing too hard for results. Ο Διευθυντής πίεζε πάρα πολύ για αποτελέσματα.
  • Stop pushing me around.  Σταμάτα να μ’ενοχλείς.
  • I don’t buy from that store anymore. The salespeople there are too pushy. Δεν ψωνίζω απ’ αυτό το μαγαζί πλέον. Οι πωλητές είναι πολύ πιεστικοί.
  • Don’t push that button or we’ll all die. Μην πατήσεις αυτό το κουμπί γιατί θα πεθάνουμε όλοι.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar