Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων

Επιστροφή σε Dictionary

quit (v, n, adj)

παραιτούμαι, σταματάω

αλλά και εξοφλώ, απαλλάσσομαι λ.χ. από μία υποχρέωση.


Ουσιαστικό και επίθετο με τις ίδιες βασικές έννοιες όπως και το ρήμα.

quits: ισοπαλία, σταματάμε κάτι

  • I quit my job παραιτήθηκα απ’ τη δουλειά μου
  • I can’t quit smoking δεν μπορώ να κόψω το κάπνισμα
  • I decided to quit the game Αποφάσισα να βγω απ’το παιχνίδι
  • Quitting a new job is hard. You have to have a good reason. Το να παραιτηθείς από μία καινούργια δουλειά είνα δύσκολο. Πρέπει να έχεις έναν καλό λόγο (για να το κάνεις).
  • Quit calling me that late at night σταμάτα να με παίρνεις (στο τηλέφωνο) τόσο αργά τη νύχτα
  • I was about to quit the room when … Ετοιμαζόμουνα να φύγω απ’το δωμάτιο όταν …
  • We’ve been playing for more than three hours. Let’s call it quits. Παίζουμε περισσότερο από τρεις ώρες. Ας το σταματήσουμε (το παιχνίδι).
  • Upon my soul, I half believe he escaped in his terror, to get quit of me … Charles Dickens – Great Expectations Στην ψυχή μου (δηλ. ορκίζομαι), πιστεύω (είμαι σχεδόν σίγουρος) ότι δραπέτευσε τρομαγμένος για ν’απαλλαγεί από μένα …
  • In less than a minute, without quitting his little craft, he and his crew were dropped to the water, and … Herman Melville – Moby Dick; or The Whale Σε λίγότερο από ένα λεπτό, χωρίς να βγεί απ’το βαρκάκι, αυτός και το πλήρωμα βρέθηκαν στο νερό … (ελεύθ. μετάφραση)

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers: