Επιστροφή σε Dictionary

quit (v, n, adj)

παραιτούμαι, σταματάω

αλλά και εξοφλώ, απαλλάσσομαι λ.χ. από μία υποχρέωση.


Ουσιαστικό και επίθετο με τις ίδιες βασικές έννοιες όπως και το ρήμα.

I quit my job παραιτήθηκα απ’ τη δουλειά μου

I can’t quit smoking δεν μπορώ να κόψω το κάπνισμα

Quit calling me that late at night σταμάτα να με παίρνεις (στο τηλέφωνο) τόσο αργά τη νύχτα

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar