Επιστροφή σε Dictionary

raise (n, v)

αύξηση, σήκωμα, ανέβασμα, ανεβάζω, σηκώνω, σηκώνομαι

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar