↑ Επιστροφή σε Dictionary

rare (adj)

σπάνιος

Κάντε το επίρρημα προσθέτοντας -ly στο τέλος: rarely, δηλ. σπάνια.

Κάντε το ουσιαστικό προσθέτοντας -ness: rareness, δηλ. η σπανιότητα.

Όμως θα το βρείτε σαν ουσιαστικό και με μία ακόμα μορφή: rarity, δηλ. και πάλι η σπανιότητα.

Παραδείγματα:

  • This kind of animal is rare.  Αυτό το είδος του ζώου είναι σπάνιο.
  • He has a collection of rare coins. Έχει (αυτός) μία συλλογή από σπάνια νομίσματα.
  • This kind of porcelain is rare.  Αυτό το είδος της πορσελάνης είναι σπάνιο.
  • She rarely visits her parents anymore. Σπάνια επισκέπτεται πια τους γονείς της.
  • The rareness of her beauty left him speechless. Η σπανιότητα της ομορφιάς της τον άφησε άναυδο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar