Επιστροφή σε Dictionary

rare (adj)

σπάνιος

Κάντε το επίρρημα προσθέτοντας -ly στο τέλος: rarely, δηλ. σπάνια.

Κάντε το ουσιαστικό προσθέτοντας -ness: rareness, δηλ. η σπανιότητα.

Όμως θα το βρείτε σαν ουσιαστικό και με μία ακόμα μορφή: rarity, δηλ. και πάλι η σπανιότητα, δηλ. η ιδιότητα του να είσαι (να είναι κάτι) σπάνιος

Παραδείγματα:

  • This kind of animal is rare.  Αυτό το είδος του ζώου είναι σπάνιο.
  • He has a collection of rare coins. Έχει (αυτός) μία συλλογή από σπάνια νομίσματα.
  • This kind of porcelain is rare.  Αυτό το είδος της πορσελάνης είναι σπάνιο.
  • She rarely visits her parents anymore. Σπάνια επισκέπτεται πια τους γονείς της.
  • The rareness of her beauty left him speechless. Η σπανιότητα της ομορφιάς της τον άφησε άναυδο.
  • I saw her face and I ascended, out of the commonplace into the rare. Tony BennettStranger in Paradise Είδα το πρόσωπό της κι αναδύθηκα απ’την ανουσιότητα στην σπανιότητα.
  • In 2018, China produced more than 80% of the world’s rare-earth supply. Το 1980 η Κίνα παρήγαγε περισσότερο από 80% της παγκόσμιας προσφοράς Σπανίων-Γαιών.
  • Rare-earth elements are used in the fabrication of electronic components. Οι Σπάνιες-Γαίες χρησιμοποιούνται στην κατασκευή ηλεκτρονικών συσκευών.
  • Some of the Rare earth-elements are not at all rare but are very hard to extract. Κάποια από αυτά τα στοιχεία (τις σπάνιες-γαίες) δεν είναι καθόλου σπάνια αλλά παράγονται πολύ δύσκολα.
  • The centre of the cellar was occupied by two portable operating tables, rarely untenanted during the three hours I spent in this hell. Stephen King Hall – The Diary of a U-boat Commander Στο κέντρο του υπογείου υπήρχαν δύο κινητά χειρουργικά τραπέζια, σπάνια χωρίς ασθενείς πάνω τους κατά την διάρκεια των τριών ωρών που πέρασα σ’εκείνη την κόλαση.



Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων