Επιστροφή σε Dictionary

read (v, n)

διαβάζω, κείμενο, βιβλίο, κάτι που διαβάζεται

read, read, read, reading

για συνομιλία μέσω ασυρμάτου: ακούω

Παραδείγματα:

  • Have you ever read Dostoevsky?  Έχεις διαβάσει ποτέ Ντοστογιέφσκυ?
  • I’ve read all books by Nikos Kazantzakis. Έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του Καζαντζάκη.
  • He can speak English but he can’t read or write it. Μπορεί να μιλήσει Αγγλικά αλλά δεν μπορεί να διαβάσει ή να γράψει.
  • Did you read the memo about the new regulation? Διάβασες το μέμο για τον καινούργιο κανονισμό?
  • The CEO sent an e-Mail to everybody. Read it! Ο Δ/ντής έστειλε ένα
    e-Mail σε όλους. Διάβασέ το!
  • I read my little girl a story every night Διαβάζω στο κοριτσάκι μου μια ιστορία κάθε βράδυ
  • this book is a good read αυτό το βιβλίο είναι καλό (βιβλίο, υλικό για διάβασμα)
  • ‘Apollo 11, this is Houston, can you read me?’ called Houston on the radio. ‘Read you loud and clear Houston’ replied Armstrong July 16, 1969 “Απόλλον 11, εδώ Χιούστον, μ’ακούς?” κάλεσε το Χιούστον στον ασύρματο. “Σ’ακούω καθαρά” απάντησε ο Άρμστρονγκ.
  • But he was ever ready to listen to me; and it became the first duty of my life to say to him, and read to him, what I knew he ought to hear. Charles Dickens – Great Expectations Αλλά ήταν πάντα πρόθυμος (έτοιμος) να με ακούσει. Έτσι έγινε πρώτιστο καθήκον μου στη ζωή να του λέω και να του διαβάζω όλα όσα ήξερα ότι έπρεπε ν’ακούσει.
  • I leaned over Joe, and, with the aid of my forefinger read him the whole letter. Charles Dickens – Great Expectations Έσκυψα πάνω απ’τον Τζο και δείχνοντάς του με το δάχτυλό μου του διάβασα όλο το γράμμα.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων