Επιστροφή σε Dictionary

reconcile (v)

συμφιλιώνω, συμφιλιώνομαι, γεφυρώνω τις διαφορές, 

Ομαλό ρήμα: reconcile, reconciled, reconciled, reconciling

Κάντε το ουσιαστικό προσθέτοντας -ation στο τέλος (το τελικό -e πρέπει να φύγει): reconciliation, η συμφιλίωση.

Παραδείγματα:

  • Aria and Mary begin to reconcile.  Η Άρια και η Μαίρη αρχίζουν να συμφιλιώνονται.
  • I reconciled all my differences with my friend Helen.  Εγώ συμφιλιώθηκα με την φίλη μου την Ελένη, γεφυρώσαμε όλες τις διαφορές μας.
  • After several hours of discussions, the two parties reconciled their differences. Μετά από πολλές ώρες συζητήσεων, τα δύο κόμματα γεφύρωσαν τις διφορές τους.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar