Επιστροφή σε Dictionary

rejoice (v)


παίρνω χαρά, χαίρομαι, χαροποιούμαι, αισθάνομαι αγαλίαση

Ομαλό ρήμα: rejoicing, rejoiced

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar