Επιστροφή σε Dictionary

replace (v)

αντικαθιστώ, ξαναβάζω κάτι στη θέση του

Ομαλό ρήμα: replaced, replaced, replacing

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar