↑ Επιστροφή σε Dictionary

rich (adj)

πλούσιος, -α, -ο

Παραδείγματα:

  • Lady Gaga is rich.  Η Lady Gaga είναι πλούσια.
  • Most nuts are rich in unsaturated fats. Οι περισσότεροι ξηροί καρποί είναι πλούσιοι σε ακόρεστα λιπαρά.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar