Επιστροφή σε Dictionary

rid (v)

απελευθερώνομαι, ξεφορτώνομαι

Get rid of all these extra pounds ξεφορτώσου τα επιπλέον κιλά

Rid yourself of all the worries απελευθερώσου απ’ τις σκοτούρες

 

Μερικές φορές ο αόριστος και η μετοχή του: ridded όπως τα ομαλά ρήματα.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar