Επιστροφή σε Dictionary

rise (v, n)

σηκώνομαι, εγείρομαι

ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων