Επιστροφή σε Dictionary

sail (v, n)

ταξιδεύω στη θάλασσα (ιδιαίτερα με ιστιοφόρο σκάφος), ιστία, πανιά ιστιοφόρου

Συγκενικές λέξεις και έννοιες:

sailor ναύτης

sailing ιστιοπλοϊα

Παραδείγματα:

  • I would sail to the end of the world if I have you with me Θα ταξίδευα και στην άκρη του κόσμου αν σε είχα μαζί μου
  • Sailing is a very interesting sport Η ιστιοπλοϊα είναι ένα πολύ ενδιαφέρον σπόρ
  • The wind is too strong. We have to lower the sails Ο άνεμος είναι πολύ ισχυρός. Πρέπει να χαμηλώσουμε τα πανιά
  • Thanks to its modern design, this sailing boat can travel very fast Χάρη στην μοντέρνα του σχεδίαση αυτό το ιστιοφόρο μπορεί να ταξιδεύει πολύ γρήγορα
  • Popeye the sailor man Πόπαϊ ο ναυτικός

 

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar