Επιστροφή σε Dictionary

seek (v)

ψάχνω, αναζητώ, επιδιώκω

Παραδείγματα:

  • In life most people seek happiness but some people only seek money Στη ζωή οι περισσότεροι αναζητούν την ευτυχία αλλά κάποιοι άνθρωποι μόνο ψάχνουν για λεφτά
  • We seek advice from our doctor or our lawyer Ζητάμε συμβουλές από τον γιατρό ή τον δικηγόρο μας
  • There is no doubt that president Trump will seek re-election Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο πρόεδρος Τραμπ θα επιδιώξει την επανεκλογή του
  • Seek and ye shall find Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο Ψάξε και θα βρεις
  • I was only seeking a new relationship but I found the love of my life Έψαχνα μόνο για μία καινούργια σχέση και βρήκα τον έρωτα της ζωής μου
  • I did not seek this conversation, and I don’t think it an agreeable one. Charles Dickens – Great Expectations Δεν επιδίωξα αυτή τη συζήτηση και δεν την βρίσκω ευχάριστη.

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων