Επιστροφή σε Dictionary

selfish (adj)

εγωιστής, -τρια, εγωιστικός

Μετατρέψτε το επίθετο σε επίρρημα ή ουσιαστικό προσθέτοντάς του τις καταλήξεις: -ly και -ness αντίστοιχα.

selfishly, δηλ. με εγωισμό, εγωιστικά

και

selfishness, δηλ. εγωισμός, εγωπάθεια

Παραδείγματα:

  • Don’t be selfish! Μην είσαι εγωιστής!
  • I don’t like selfish people. Δεν συμπαθώ τους εγωιστές.
  • He became the president of the union but has always been a selfish person pursuing his personal goals rather than the common good. Έγινε πρόεδρος του σωματείου αλλά παρέμεινε ένας εγωιστής που κυνηγούσε τους προσωπικούς του στόχους παρά το κοινό καλό.
  • Selfish people end-up being lonely. Οι εγωιστές καταλήγουν να μένουν μόνοι.
  • She handled the matter very selfishly. Χειρίστηκε (αυτή) το θέμα πολύ εγωιστικά.
  • Selfishness is a disease. Ο εγωισμός είναι μια αρρώστια.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar