Επιστροφή σε Dictionary

sew (v)

συρράπτω, ράβω, μπαλώνω

Παραδείγματα:

  • He sewed the buttons on his coat έραψε τα κουμπιά στο παλτό του
  • She wanted to sew a ribbon on her hat Ήθελε να ράψει μια κορδέλα στο καπέλο της
  • You should’ve sewn this black patch with a black thread, not a white one. Θα έπρεπε να είχες ράψει αυτό το μαύρο μπάλωμα με μαύρη κλωστή, όχι με άσπρη
  • She was sewing her own wedding dress Έραβε μόνη της το νυφικό της

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων