↑ Επιστροφή σε Dictionary

shadow (v, n)

σκιά, παρακολουθώ κάποιον (γίνομαι σκιά του)

Ομαλό ρήμα: shadow, shadowed, shadowed, shadowing

Παραδείγματα:

  • We shadowed the suspect for two days. Παρακολουθήσαμε τον ύποπτο για 2 μέρες.
  • Why are you chasing your shadow? You can’t catch it! Γιατί κυνηγάς τη σκιά σου; Δεν μπορείς να την πιάσεις!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar